Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Χαϊκού

>Στάλα τη στάλα βάθυνες την ψυχή μου,θα τη ραγίσεις.
>Ο μέγας άνεμος βουητό,εκείνος και εγώ ελευθερία.
>Τάχα ποία νύχτα γνωρίζουμε από όλες?Την τελευταία.
>Που να μαζεύεις τα χίλια κομμάτια του κάθε ανθρώπου.
>Καλά είναι κι έτσι.Με βγαλμένα τα μάτια βλέπεις τα μέσα.
>Βράδυ και πέφτει του αδελφού μου ο ίσκιος βαρύς εντός μου.
>Αγκομαχώντας στις πλάγιες του έρωτα ανηφορίζω.
>Το ξημέρωμα συντρίβεις τα ίχνη μου στο καθρέπτη σου
>Πέφτει η νύχτα πάλι η ίδιες σκηνές σε επανάληψη
>Σκιές στους δρόμους. Γυρεύοντας τ όνομά σου Ψυχοσάββατο.
>Δρόμοι της πόλης. Ποίος να θυμάται τάχα τα βήματα σου.
>Πόρτα που κλείνει.Στο πόμολο που γυρνά τα δάχτυλα της.
>Κίτρινα φύλλα.Πέφτουν.Οι μαραμένες ώρες της ζωής μου.
>Σταθμός του τρένου.Κι ο δακρυσμένος ήλιος στο μαντήλι μας.
>Στον καθρέπτη του νερού.Δυσπιστείς την ίδια σου την όψη.
>Σου παραδόθηκα (εσύ θα μπορούσες?) όπως οι ρυτίδες του νερού παραδίδονται στον ήρεμο άνεμο.
> Δεν είσαι δάσος.Πευκοβελόνα είσαι στο μανίκι μου.
>Φτιάχνουμε δρόμους από νεκρά βήματα αναμνήσεων.
>Πόνου ανάσες απο τα χείλη σου φύγαν ανεπίστρεπτα.
>Σπαθί θα ρίξω στων χειλιών σου την φυγή να σε ματώσει.
>Έλξη και πόθος με τραβούν στην ύλη σου ηθελημένα.
>Λείπεις τις νύχτες.Τόσα χρόνια ονείρου σε περίμενα.
>Γέρνει πάνω μου.Παλεύει το σκοτάδι το γυμνό φως σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου